Κύκλες

Τέτοια ώρα ήταν εψές
τέτοια και παραπροψές.
Τέτοια που χορεύαμαν
στου χωριού το χοροστάσι.
Χόρευαν οι νιές και οι γριές
και κορίτσια απάρθενα.
Γέροντες και παλικάρια
και τ’ ανύπαντρα παιδιά.
Μπαϊραχτάρη του χορού
‘συ που σέρνεις το χορό
κάμε κύκλες στο χορό
κάμε τετρακάγκελα
τετρακαγκελίσματα
και κλωθογυρίσματα.
Και στη μέση του χορού
κάθονταν χρυσός αετός.
Και τσιμπάει τα νύχια του
τα χρυσά φτερούδια του.
Τα χρυσά φτερούδια του
τα βασιλικούδια του.
Το Θεό παρακαλεί

– Κύριε δώσ’ μου δύναμη
να χυθώ ν’ αδράξω μια.
Κι αν δεν την εδιάλεγα
να μου κόβαν τα φτερά
τα χρυσά φτερούδια μου
τα βασιλικούδια μου.

Μες στον πέρα μαχαλά
πέθανε μια καλογριά.
Και την πάν’ στην εκκλησιά
με λαμπάδες με κεριά
με λαμπρά κονίσματα.
Ο Δεσπότης πάει μπροστά
και τρεις διάκοι από κοντά
ψάλλοντας, διαβάζοντας
και μοιρολογίζοντας.

Μπαϊραχτάρη του χορού
‘συ που σέρνεις το χορό
σαν κλωνί βασιλικό
σαν κλωνί βασιλικό
σαν κλωνάρι αμάραντο
να το είχα στον κήπο μου,
να το συχνοπότιζα
τετραδοπαράσκευα
και Σαββατοκύριακα.
Τράβα σιάσε το χορό
τ’ είμαι ξένος και θα ιδώ
και θα πάω να μολογώ
σ’ όσες χώρες κι αν διαβώ
και θα με ρωτήσουνε
τι χορός εγένονταν
μες στης Γκούρας το χωριό.
Τετρακάγκελος χορός
τετρακαγκελίσματα
και κλωθογυρίσματα
Και στη μέση του χορού
κάθονταν χρυσός αετός
και τσιμπάει τα νύχια του
τα χρυσά φτερούδια του.
Τα χρυσά φτερούδια του
τα βασιλικούδια του.

– Μα τον Άγιο Αϊ Γιάννη
ο χορός πάει γαϊτάνι.
Μα τον Άγιο Αϊ Νικόλα
τι χορός θα γένει τώρα.
Μα τον Άγιο Κωνσταντίνο
το χορό δεν τον αφήνω.
Μα τον Άγιο Αϊ Σένη
Κυριακή θα φύγ’ν’ οι ξένοι.
Μα τον Άγιο Αϊ Θανάση
ο χορός δε θα χαλάσει.

Να είχα νεράντζι

Να είχα νεράντζι νά ‘ριχνα στο πέρα παραθύρι.
Να τσάκιζα τον μαστραπά πό ‘χει το καρυoφύλλι
Κι ο μαστραπάς τσακίστηκε το καρυοφύλλ’ εχύθη
και χύθηκα για να νιφτώ στα μάτια και στα φρύδια.
Στο παραθύρι κάθονταν μάνα και θυγατέρα.
Η μάνα κένταε την ποδιά κι η κόρη το μαντήλι

– Το μαντηλάκι που κεντάς σ’ εμένα να το δώσεις
Για να το ζώσω στο σπαθί, στ’ ασημοχατζαρό μου.
Παρασκευή της τόλεγε, Σαββάτο το κεντάει
την Κυριακίτσα το πρωί βάνει και του το στέλνει.
Στα γόνατά του τό ‘βαλε και το συχνορωτάει:

– Για πές μου μαντηλάκι μου πως μ’ αγαπά η κυρά σου

– Σα θάλασσα βουρλίζεται σαν κύμα δέρν’ ο νους της.
Πώς τρέχ’ η βρύση το νερό τα μάτια της δακρύζουν
Πώς τρέμει το καρυόφυλλο ψηλά στην καροπούλα
Έτσι τρέμει η καρδούλα της για εσένα το λεβέντη.

Ντελή Παπάς

Εσείς βουνά των Γρεβενών
και πεύκα του Μετσόβου
Εσείς καλά τον ξέρετε
τον γιο του Παπα-Γιώργη
Από μικρός στα γράμματα
μικρός στα πινακίδια
Από μικρός παντρεύτηκε
μικρή γυναίκα πήρε.
Πρώτη βραδιά που πλάγιασε
τη βρίσκει φιλημένη.

– Κόρη μου ποιος σε φίλησε
και είσαι φιλημένη;

– Φόντας ήμουν εννιά χρονών
και πάτησα τα δέκα
επήγα στον πνευματικό
να με ξομολογήσει.
Και τότε αυτός με φίλησε
και είμαι φιλημένη.
Και τότε σ’κώθ’κε αρματολός
και τότε σ’κώθ’κε κλέφτης.
Κι όλα τα κάστρα τα πατεί
κι όλα τα μοναστήρια
Το μοναστήρι στους Στακούς
δε μπόρ’ να το πατήσει.
Τριγύρω-γύρω τό ‘φερνε
τη σκάλα δεν τη βρίσκει.
Κι από μακριά του φώναξε
κι από μακριά του λέγει:

– Κατέβα κάτω γoύμενε
να μας ξομολογήσεις
Έχουμε κι έναν άρρωστο
να μας τον μεταλάβεις.
Κι ο γούμενος γελάστηκε
και κάτω κατεβαίνει.

– Για πιάστε τον και δέστε τον
και βγάλτε του τα γένια

– Παιδιά μου μη με δένετε
και μη με τυραγνάτε.
Τ’ έχω τσουκάλι με φλουριά
πίσω απ’ τον Άγιο Δήμο.
Πίσω απ’ τον Άγιο Δήμο
στον Άγιο Κωνσταντίνο.
Για πάρτε τα, μεράστε τα
σε τέσσερα μερίδια.
Κι αν απομείνει τίποτα
στις χήρες και στις τσούπρες.

O Γραμματικός

Γραμματικός βαρέθηκε σε μαυρομάτας πόρτα
και χύθηκαν τα αίματα σιγαλινό ποτάμι.
Κι η μάνα του τα μάζευε σ’ ένα χρυσό λιγένι.
Στα γόνατά της τό ‘βαλε και το συχνορωτάει:

– Δε στόλεγα, Γραμματικέ, δε στό ‘λεγα παιδί μου
Αρνήσ’ από τις έμορφες κι από τις μαυρομάτες
Αρνήσ’ από την Πανουριά την αγαπητικιά σου.
-Πώς ν’ αρνηθώ τις έμορφες κι αυτές τις μαυρομάτες
Πώς ν’ αρνηθώ την Πανουριά την αγαπητικιά μου
Την έχω χρόνια τέσσερα, την έχω χρόνια πέντε
Και τώρα τό ‘χω σε ντροπή να την απαρατήσω.

Όσο έχ’ ο μάκρος του γιαλού

Όσο έχ’ ο μάκρος του γιαλού κι ο πλάτος του θαλάσσου
τόσο διασίδι ίδιασε μια κόρη στην αυλή της.
Και ‘γώ διαβάτης διάβαινα και την καλημεράω

– Καλημέρα σου κόρη μου, Καλώς τον το διαβάτη.

– Αυτού που υφαίνεις, κόρη μου, και μένα να θυμάσαι.

– Εδώ που υφαίνω, ξένε μου, και σένα σε θυμάμαι.
Σ’ έχω γραμμένον στο χαρτί και στο ξυλοχτενό μου
Και στη σαΐτα τ’ αργαλειού σ’ έχω ζωγραφισμένον.

Ο Δήμος
(Αυτά τα μάτια, Δήμο μ’, τα ‘μορφα)

Αυτά τα μάτια (Δήμο μ) τά ‘μορφα
τα φρύδια τα γραμμένα
αυτά με κάνουν (Δήμο μ’) κι αρρωστώ
και πέφτω και πεθαίνω.
Σπαθί βαστάει (Δήμο μ’) η μέση σου
πάρτο και λιάνισέ με.
Και μάσε (Δήμο μ’) και το αίμα μου
σ’ ένα χρυσό λιγένι.
Σύρε Δήμο μ’ και γκιζέρα το
σ’ όλα τα βιλαέτια
Κι αν σε ρωτήσουν (Δήμο μ’) τι έ(χ)εις αυτού
το αίμα της αγάπης.

Το κλήμα (Μάρω μ’) πό ‘χεις στην αυλή
ν’ ανθίσει να καρπίσει
σταφύλια να γεμίσει
Το κλήμα (Μάρω μ’) θέλει κλάδεμα
ν’ ανθίσει να καρπίσει
σταφύλια να γιομίσει
Κι η κόρη (Μάρω μ’) θέλει φίλημα
πρωί και μεσημέρι
να μη σε κοροιδεύει

Πού ήσουν πουλί, πουλάκι μου

– Πού ήσουν πουλί, πουλάκι μου,
τόσο καιρό χαμένο, κορμί ζωγραφισμένο.

– Ήμουν στα πλάια πό ‘βοσκα
στους κάμπους που κοιμόμουν, μέρα νύχτα σε θυμόμουν.
Και στην ψηλή την πεπεριά
που μάζωνα πεπέρι, κόρη μ’ και γλυκό μου ταίρι.
Τό ‘μασα και τ’ απόμασα
και τόκανα χερούλες, το κόκκινο πιπέρι.
‘Βάλα και το μαέρεψα
την Κυριακή το γιόμα, πέρδικα και νια τρυγόνα.
Και κάλεσα τις έμορφες
κι όλες τις μαυρομάτες, ρούσες και γαλανομάτες
Και κάλεσα τις έμορφες
κι όλες τις μαυρομάτες, ρούσες και γαλανομάτες
Όλες οι άσπρες ήρθανε
κι όλες οι μαυρομάτες, ρούσες και γαλανομάτες.
Και μια ψηλή μελαχρινή
δε θέλησε να έρθει, πολύ κακό να τσ’ έρθει.
Μού ειπαν το πως αρρώστησε
βαριά για να πεθάνει, και μένα να μαράνει.
Βάνω τα μήλα στην ποδιά
τα κίτρα στο ζωνάρι, και στον κόσμο δεν είν’ άλλη.
Και κίνησα να πά’ να ιδώ
να ιδώ την αρρωστιά της, που να καεί η καρδιά της.
Και πάησα και την ήβρηκα
στο αργαλειό που υφαίνει, της κρένω δε μου κρένει.

– Κρίνε μ’, αγάπη μ’, κρίνε μου
και παρηγόρησέ με, στα μάτια κοίταξέ με.

Η κόρη του πύργου

Ανάμεσα τρεις θάλασσες πύργος θεμελιωμένος
και μέσα η κόρη κάθονταν και τα φλουριά ‘ρμαθιάζει.
Αρμάθιαζε, ξερμάθιαζε, εννιά αρμαθούλες φκιάνει.
Τις πέντε βάνει στο λαιμό τις τέσσερις στα χέρια
και με τον ήλιο μάλωνε, με τον ήλιο μαλώνει

– Για έβγα, ήλιε μ’, και να βγω να λάμψεις και να λάμψω.
Εσύ με τις αχτίνες σου χορτάρια θα μαράνεις
και ‘γω με τις ασπράδες μου καρδούλες θε να κάψω.

Μια λυγερή τραγούδησε σε κρουσταλλένιο πύργο.
Της πήρ’ αέρας τη φωνή στα πέλαγα τη ρίχνει.
Όσα καράβια ‘ν’ άκουσαν όλα την άκρα πιάνουν.
Και το στοιχειό της θάλασσας κι αυτό την άκρα πιάνει.
Κι ο καπετάνιος φώναξε κι ο καπετάνιος λέει:

– Σταθείτε παλικάρια μου όλα με την αράδα
Ν’ ακούσετε νια λυγερή πως λέει το τραγούδι:

– Ανάθεμά σε ξενιτιά και συ και τα φλουριά σου
Που ξενιτεύεις τα παιδιά και τα κρατείς στα ξένα.
Ξενίτεψες τον άντρα μου τώρα δώδεκα χρόνους.
Κι ο καπετάνιος φώναξε ‘π’ του καραβιού την πλώρη.

– Πάψε, κόρη μου, τον ηχό και πάρ’ άλλο τραγούδι.

– Το πώς να πάψω τον ηχό να παρ’ άλλο τραγούδι;
Έχω άντρα στην ξενιτιά τώρα δώδεκα χρόνους.
Δώδεκα χρόνους καρτερώ, δώδεκα-τρεις παντέχω.
Κι αν δεν ερθεί κι αν δε φανεί καλόγρια θα γίνω.
Θα βάλω ράσα ρούχινα μαντήλι λερωμένο.
Αυτός χαρεί την ξενιτιά και γω τα μαύρα ράσα.